Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Emanuele Grazzi, τότε Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, ‎επέδιδε ιδιοχείρως τελεσίγραφο στον Ιωάννη Μεταξά, με το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του ιταλικού στρατού από το ελληνικό έδαφος, προκειμένου να καταλάβει στρατηγικές θέσεις εντός της χώρας.

Η απάντηση του Μεταξά, «Alors, c’est la guerre!», δηλαδή «Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος!», η οποία αποτυπώθηκε αυτολεξεί στη συλλογική μνήμη με το εμφατικό «ΟΧΙ», αποτέλεσε το έναυσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων εισβολής των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα, μέσω των ελληνοαλβανικών συνόρων, σηματοδοτώντας την αρχή του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-1941.

«Κατοχή. Η γέφυρα ανατιναγμένη χωρίς λόγο. Στην κοίτη του Λιθαίου παίζαμε συχνά».

«Κατοχή. Η γέφυρα ανατιναγμένη χωρίς λόγο. Στην κοίτη του Λιθαίου παίζαμε συχνά».

Η Ιστορία, κατά βάση, αποτυπώνει τα μεγάλα γεγονότα της κάθε περιόδου· εκείνα που έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην εξέλιξη των κοινωνιών και της ανθρωπότητας. Πώς, όμως, οι καθημερινοί άνθρωποι βίωναν τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονταν στην εποχή τους;

Καταγράφοντας τις μνήμες του από το «Έπος του ‘40», ο Κωνσταντίνος Αλ. Χατζηγάκης, ο οποίος ήταν τότε νεαρός έφηβος, περιγράφει στα χειρόγραφα απομνημονεύματά του:

«[…] έφθασε η στιγμή που η Ιταλία έκρινε ότι ήτο γι’ αυτήν η κατάλληλη. Αυτό το καταλάβαμε όλοι, όταν πρωί πρωί στην πόλη (Τρίκκαλα) ούρλιαξαν ξαφνικά οι σειρήνες και μετά από λίγο ακούστηκε βόμβος αεροπλάνων, αμέσως κατόπιν δύο μακρυνές εκρήξεις βομβών.

[…] Τα ραδιόφωνα μετέδιδαν θούρια ενώ καλούσαν τους πολίτες να σπεύσουν στους στρατώνες. Μετεδόθη και το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γεν. Στρατηγείου που ανακοίνωνε ότι τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως αμύνονται του πατρίου εδάφους. Ήδη έσπευδαν όλοι τώρα στα κέντρα να ντυθούν να εξοπλισθούν και να τρέξουν, να προφτάσουν να συγκρατήσουν μαζί με τους άλλους, τους εισβολείς μακριά, όσο μπορούν από τη χώρα […].

Οι φίλοι μου κι’ εγώ τότε, είμαστε δεκατριών ετών. Είμαστε […] πλημμυρισμένοι από εθνικό πάθος αλλά και λύπη γιατί λόγω της ηλικίας μας δεν μπορούσαμε να συμμετάσχωμε και μεις σα στρατιώτες στον πόλεμο αυτόν. Τα βράδια πηγαίναμε στην κεντρική γέφυρα και στεκόμαστε μακαρίζοντες τους στρατιώτες που σε ατέλειωτες νυχτερινές πορείες με τα μουλάρια και τα κανόνια κατευθύνονταν στο μέτωπο. Βάδιζαν πεζή επί μέρες, μόνο τα βράδια, προς αποφυγήν αεροπορικών επιδρομών. Έσπευδαν να βοηθήσουν τους άλλους που ήδη είχαν φθάσει και να τους ξεκουράσουν, να τους ενισχύσουν, […].

Εμείς νοιώθαμε ένοχοι. Οι άλλοι να πολεμούν και εμείς εδώ πίσω να καθώμαστε; Έτσι αποφασίσαμε να πάμε να ζητήσουμε ακρόαση από τον Νομάρχη. Μας εδέχθη με χαρά, ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος. Μας ρώτησε τί θα θέλαμε να του πούμε; Εμείς χωρίς περιστροφές τον παρακαλέσαμε να ενεργήση όπως αυτός γνωρίζει, ώστε να μας δεχθούν ως εθελοντάς στο στρατό.

Μας κοίταξε για μια στιγμή ακίνητος, κι’ αμέσως μας αγκάλιασε λέγοντας συγκινημένος λόγια πατριωτικά, κι’ αρχίσαμε ο Νομάρχης κι εμείς αγκαλιασμένοι να κλαίμε! Τί σκηνή! Κλαίγαμε ακόμη ενώ αυτός με βουρκωμένα μάτια μας έλεγε: Θα έρθει καιρός που και σεις θα δώσετε αυτό που θέλετε να δώσετε τώρα την πατρίδα. Ίσως και τη ζωή σας!

Οι μήνες περνούσαν, μαθαίναμε για τις νίκες του στρατού μας. Πανηγύριζε ο λαός σα μάθαινε το πάρσιμο κάποιας σημαντικής πόλεως· κτυπούσαν οι καμπάνες χαρμόσυνα. […] Σχολείο δεν πηγαίναμε γιατί οι καθηγηταί μας είχαν κι’ αυτοί φύγει για το μέτωπο»._

Θερμές ευχαριστίες εκφράζονται στον Αντιπρόεδρο του Ιδρύματος, Αλέξη Κ. Χατζηγάκη, και το Επίτιμο Μέλος, Πέτρο Κ. Χατζηγάκη, για την ευγενική παραχώρηση του αρχείου του πατέρα τους Κωνσταντίνου Αλ. Χατζηγάκη στο Ίδρυμα. Ο Κωνσταντίνος Αλ. Χατζηγάκης είναι διακεκριμένος ειδικός παθολόγος με σημαντικό έργο και δράση στο νομό Μαγνησίας, με έδρα το Βόλο για περισσότερα από 50 χρόνια.

Πηγή: Αρχείο Κωνσταντίνου Αλ. Χατζηγάκη

Επιμέλεια: Νίκος Ι. Καρμοίρης, Ιστορικός – Ερευνητής, ΜSc Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Συνεργάτης Ιδρύματος Χατζηγάκη